Τρίτη 7 Απριλίου 2026

 


Κάπου ανάμεσα σε καμπάνες που χτυπούν χαμηλόφωνα και προσευχές που ανεβαίνουν σαν θυμίαμα στον ουρανό, υπάρχει μια κουζίνα που… δεν μοιάζει με καμία άλλη.

Στο Άγιο Όρος, οι μάγειρες δεν είναι σεφ με καπέλα και τηλεοπτικά χαμόγελα. Είναι μοναχοί. Σιωπηλοί. Ταπεινοί. Και – μεταξύ μας – απίστευτα δημιουργικοί! 😉

Η μαγειρική τους δεν είναι απλώς καθημερινή ανάγκη. Είναι διακονία. Είναι προσευχή. Είναι αγάπη που σερβίρεται σε ένα πιάτο φακές χωρίς λάδι… και όμως, λες “μα τι γεύση είναι αυτή;!”


 

Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, η κουζίνα τους γίνεται ακόμα πιο λιτή. Χωρίς λάδι, χωρίς πολλά πολλά. Και όμως, εκεί συμβαίνει το μικρό θαύμα:
με λίγα υλικά, γεννιούνται πιάτα που σε χορταίνουν… όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή.

Λένε πως οι μοναχοί δεν δοκιμάζουν καν το φαγητό την ώρα που μαγειρεύουν.
Κι όμως… βγαίνει πάντα νόστιμο!

Ε, κάπου εδώ σηκώνεις φρύδι και λες:
«Μήπως έχουν καμία μυστική συνταγή;» 😄

Ναι, έχουν.
Λέγεται υπομονή.
Και πίστη.

Γιατί όταν μαγειρεύεις χωρίς βιασύνη, χωρίς εγωισμό, χωρίς «να εντυπωσιάσω», τότε ακόμα και μια απλή σούπα γίνεται εμπειρία.

Και κάπως έτσι, μέσα σε καζάνια που σιγοβράζουν και ξύλινες κουτάλες που ανακατεύουν αργά, οι μοναχοί του Αγίου Όρους μας θυμίζουν κάτι πολύ απλό:

👉 Το πιο νόστιμο συστατικό… δεν γράφεται σε καμία συνταγή.

Ελιάνα με 💔 

 

 Κάνε κλικ εδώ για πολλές πολλές αγιορείτικες συνταγές :

  https://www.stayperocha50.gr/2019/08/blog-post_1.html





Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.

Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ,
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.


Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις,
ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα,
τω φόβω εκρύβη.

Αμαρτιών μου τα πλήθη
και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει,
ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σήν δούλην παρίδης,
Ο αμέτρητον έχων το έλεος.




r



            El Greco: H Μαρία Μαγδαληνή Μετανοούσα. Λεπτομέρεια. 1585-1590. Cau Ferrat Μουσείο. 



Νίκος Γκάτσος, «Μεγάλη Τρίτη»
 Επόρευσαν οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.
Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.
 Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.
 Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
Στα καπηλιά της πολιτείας
Εσύ αμνίον για σφαγή
Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.
 Το πολύτιμον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων και εξέχεεν
εις τους αχράντους πόδας σου.
 Δε σε πτόησαν οι Πιλάτοι
ουτ’ ο καιρός που ειν’ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.
 Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις
εμέ εν τη σκοτία μη μείνη.

Κασσιανή: Μια γυναίκα, η μοναδική υμνογράφος πλούτισε τον 9ο αιώνα την εκκλησιαστική ποίηση με τους τόνους της θερμής γυναικείας ευαισθησίας της. Πολλοί θρύλοι περιβάλλουν τη μορφή της, επινοήματα μεταγενεστέρων ασφαλώς. Το βέβαιο είναι πως η Κασσιανή (ή Κασσία ή Εικασία) ήταν μια λόγια μοναχή, προικισμένη με ποιητικό ταλέντο. Σώζονται αρκετά ποιήματά της, όπου ο λυρισμός συνταιριάζεται μ’ ένα λεπτό και καλλιεργημένο πνεύμα. Το «Ιδιόμελον εις την Μεγάλην Τετάρτην», το γνωστό Τροπάριο της Κασσιανής, ψέλνεται στην εκκλησία τη Μεγάλη Τρίτη)
 «Το Τροπάριο της Κασσιανής»
 Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σήν δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.
(Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη, β’ τ., εκδ. Μεσαίωνας)

Νίκος Καζαντζάκης, “Μαγδαληνή”
Ω Κύριε, εγώ ‘μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ’ ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ’ έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη.

Για τις «σύγχρονες Μαγδαληνές», τις «Αγίες του έρωτα» ο λόγος! Ένα ποίημα του Καββαδία χαρακτηριστικό του “Καββαδιακού” κόσμου, με “τα μπαρ των λιμανιών και τα μπορντέλα”. 

 Νίκος Καββαδίας, «Kasbah» ή «Η πόρνη του Kasbah»
 Τραβούσαμε με βήμα αργό προς την Κασμπά.
Φέσι αλγερίνικο φορούσε ο συνοδός μου.
Το στίχο ποίηση το λαμπρότερό σου δώσμου
για να ιστορήσω κάποια πράγματα θαμπά….
Η παραλία κάτου φαινόταν με τα πλοία
κι ένας πολύγλωσσος που ερχόταν συφερτός.
Μαύρες γυναίκες, στολισμένες με λευκά,
Αλγερινές που εθορυβούσαν κι εγελούσαν
και ναυτικοί από ξένες χώρες που φορούσαν
κάσκες παράδοξες και ρούχα τροπικά.
Σπίτια παλιά, δίχως παράθυρα, ψηλά
κι απά σε πέτρινα πεζούλια καθισμένες
πατρόνες γριές, σαν από κόλαση βγαλμένες
παίζανε ζάρια και τραβούσανε λουλά.
Μες σε κοιτώνες χωρισμένους, σκοτεινούς,
απάνου σε φαρδιά και βρώμικα κρεββάτια,
άσπρες και μαύρες, με φρικτά κι άφωτα μάτια
δίχως ορίζοντα και δίχως ουρανούς.
Μέσα στο νούμερο “Ταλαάτ” ένα λευκό
κορμί γυναίκας σ’ ένα ολόμαυρο μεντέρι
στα χέρια της παίζει με τέχνη ένα μαχαίρι
κι ένα χοντρό βιβλίο διαβάζει, παλαιικό.
Με χαιρετά με μιαν ευχήν αραβική
και μου μιλεί από κάθε γλώσσα λίγα λόγια
που της εμάθαν μες τα ξένα καταγώγια
όσοι κοιμήθηκαν μαζί της ναυτικοί.
Ομως κρατά μετά τα χείλη της κλειστά.
Αν μείνεις -μου ‘πε- τ’ όνομά μου μη ρωτήσεις.
Μισώ τις μάταιες εξομολογήσεις
και των αντρών τα μάταια λόγια τα ζεστά.
Μείναμε δίχως να μιλάμε ως την αυγή
κι όταν επλήρωσα και κίνησα να φύγω,
κουδούνισε τα χρήματα στο χέρι λίγο
και μου τα πέταξε στο πρόσωπο με οργή.
Και μου πε: Αν ζήσατε πολύ στους τροπικούς
κι αν εδιαβάσατε παράξενα βιβλία,
μάθατε μόνο να οδηγάτε αργά τα πλοία,
στους χάρτες σκύβοντας τους Μερκατορικούς.
Αλλά το ασάλευτο ταξίδι των πορνών,
ποιός από σας, τυφλοί, ποτέ το βλέπει;
Ο μεσονύχτιος ήλιος πάντοτε το σκέπει
και τ’ άστρο κάποιων άγνωστών σας ουρανών.
Εβγήκα. Απέξω από την πόρτα της σειρά
προσμέναν Γάλλοι, Εγγλέζοι και Σενεγαλέζοι.
Κι αυτή κλεισμένη το μαχαίρι της να παίζει,
πετώντας το στον τοίχο τούτη τη φορά.
Κι ετράβηξα τρεκλίζοντας με βήμα αργό,
ώσπου έφτασα, με τη βοήθεια του κυρίου
απ’ την αρχαία πολιτεία του Αλγερίου
στο ξεβαμμένο μας τεράστιο φορτηγό.
(Νίκος Καββαδίας, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, εκδόσεις Αγρα)


Δευτέρα 6 Απριλίου 2026


Γράφει ο δημοσιογράφος και Ιστορικός
Παναγιώτης Κουλουμπής
Μια ρομαντική γλυκεία και κατανυκτική αναπόληση των Παλιών Πάσχα όταν ακόμα ο κόσμος ήταν Αθώος και κοντά στην…παράδοση τα ήθη και έθιμα του.
 
Διαβάστε το! Θα σας θυμίσει πάρα πολλά!
 
Θυμάμαι το Πάσχα ήταν μια γιορτή κατάνυξης και θρησκευτικής ευλάβειας.
Το Πάσχα των παλιότερων χρόνων στα χωριά της ελληνικής υπαίθρου ήταν η καλύτερη περίοδος ολόκληρου του χρόνου για τον παιδόκοσμο. Γιατί και σχολείο δεν υπήρχε και καλός καιρός για έξω ήταν.

Η αίσθηση της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Χριστού προσλάμβανε μια «εικόνα – σύμμειξη», ένα παλίμψηστο συνεχούς και εναλλασσόμενης γραφής πότε με τη γραφίδα της πραγματικότητας και πότε με τη γραφίδα της φαντασίας, στην οποία εικόνα τα όποια κενά υπήρχαν αντιμετωπίζονταν ως προσωρινά κενά – που θα συμπληρωθούν εν τω χρόνο – και γι’ αυτό δεν λογίζονταν ως κενά. Ήταν μια εικόνα μαγική που συνδιαμορφωνόταν αφενός με τις ξένες αλληλεπιδράσεις σε κάθε παιδί και αφετέρου με τις προσωπικές φαντασιώσεις σε μια μεταξύ τους ισορροπία πάντα ασταθή και ρευστή.

Τα καταστήματα παιχνιδιών γέμιζαν με διαφορά πασχαλινά όμορφα παιχνιδάκια. Κοτοπουλάκια, Κοκοράκια, Λαγουδάκια πολύχρωμα πλαστικά αβγουλάκια. Σημαιούλες και αφισούλες πασχαλινές.
Επίσης γέμιζαν με πλαστικά μπιστολάκια που δούλευαν με «τρακάκια» κάτι μικρά κόκκινα πραγματάκια που ηταν γεμάτα με λίγο μπαρούτι που έμπαιναν στα πιστολάκια και έκαναν ένα ήχο σαν «ΤΡΑΚ» για αυτό τα λέγαμε τρακάκια.
Τα Ζαχαροπλαστεία γέμιζαν με πανέμορφα λαχταριστά σοκολατένια αβγουλάκια. Αλλά μικρά και αλλά μεγάλα. Η διακόσμηση τους ηταν από χρωματιστή ζάχαρη συνήθως λουλουδάκια.
Μπορούσες να δεις να κρέμονται διαφόρων ειδών φαναράκια.. Σχεδόν όλα χάρτινα με όμορφες πασχαλινές παραστάσεις παντού.
Τα πιο ωραία ήταν τα πλαστικά αβγουλάκια που στην άκρη τους είχαν μια εγκοπή και έβαζες ένα «τρακάκι» και τα κτυπούσες και έκαναν θόρυβο.
Τα ΣΟΥΒΛΑΤΖΙΔΙΚΑ Και ΤΑ ΟΥΖΕΡΙ ΕΚΛΕΙΝΑΝ ΑΠΟ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. Και ξανάνοιγαν το Μεγάλο Σάββατο μετά την πρώτη Ανάσταση.
Δεν έβρισκες με τίποτα κρέας να φας. Στα σπίτια μας τρώγαμε σαλάτες μαυρομάτικα και όλο νηστήσιμα. Οι παλιές γιαγιάδες έφτιαχνα κουλουράκια που μοσχομύριζαν όσο ψηνόταν.
Το ραδιόφωνο έπαιζε ΜΟΝΟ ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ όλη την μεγάλη εβδομάδα. Τίποτα άλλο δεν άκουγες, από Μεγάλη Δευτέρα ως το Μεγάλο Σάββατο πρωί. Και τις Ακολουθίες.
Τις εποχές της δεκαετίας του 1960 το ραδιόφωνο θα αποτελέσει τη μοναδική πηγή ειδήσεων και ψυχαγωγίας για την ελληνική επαρχία, το μοναδικό παράθυρο προς τον άλλο κόσμο. Το λαϊκό τραγούδι αρχίζει να τραγουδιέται από τους νέους της εποχής και μαζί με το δημοτικό τραγούδι των παλιότερων έκλειναν τον κύκλο της λαϊκότροπης μουσικής.
Σε ένα τέτοιο κλίμα, η κλασική μουσική – δεν ξέραμε φυσικά τότε ότι ήταν κλασική μουσική με τη σημασία του όρου – συνδέθηκε συγκυριακά από την Ελληνική Ραδιοφωνία και στη συνέχεια από τη σκέψη μας με την Μεγάλη Εβδομάδα και αφού η περίοδος αυτή ήταν περίοδος Παθών θεωρήθηκε και η κλασική μουσική ως κάτι το πένθιμο και ήταν σε αντιδιαστολή με τα δημοτικά και τα λαϊκά τραγούδια της Ανάστασης και της χαράς. Και θα περιμέναμε χρόνια και χρόνια για να βρει τη θέση της και αυτή η μουσική στην ψυχή μας και στην καρδιά μας.
Η δε τηλεόραση έδειχνε ντοκιμαντέρ με θέμα το Πάσχα και παλιές ταινίες με θέμα τα πάθη του Χριστού. Σταματούσαν όλα τα προγράμματα. Πρωινάδικα, μεσημεριανά τα πάντα. Απόλυτη κατάνυξη και απόλυτος θρησκευτικός σεβασμός.
Ακόμα και οι παρουσιαστές και παρουσιάστριες ηταν ντυμένοι με σοβαρότερα σκούρα ρούχα από ότι τις άλλες φορές.
Τα καφενεία δεν σέρβιραν σχεδόν τίποτα. Μόνο νηστίσιμα και με το μετρό.
Μπιλιαρδάδικα, Ποδοσφαιράκια κτλ κλειστά . Δεν το συζητάμε.. Μια εβδομάδα χωρίς ούτε ένα ποδοσφαιράκια ούτε ένα μπιλιάρδο.
Έβαζαν μια κορδέλα η ένα αυγό μεγάλο η καμία λαμπάδα πάνω στα τραπέζια του μπιλιάρδου η τα ποδοσφαιράκια …. Και που θράσος να παύει κάποιος να τα κουνήσει. Θα άπαυτε φωτιά να τον κάψει.
Μεγάλη Πέμπτη και οι νοικοκυρές ζύμωναν τις κουλούρες του Πάσχα. Για τα παιδιά φτιάχνουν κουλούρες σε σχήμα πουλιών, ζώων ή ανθρώπων και τις στολίζουν με καρπούς και σχέδια από ζυμάρι. Σε μερικές δίνουν, ως σήμερα, το σχήμα μιας κούκλας και τις ονομάζουν «κουτσούνες» ή «κούτσες». Στο κέντρο της κοιλιάς τους βάζουν ένα κόκκινο αυγό και στο πρόσωπο ζυμαράκια για στόμα και μάτια. Τις «κουτσούνες» τις έκρυβαν, τα πιο παλιά χρόνια, μέχρι το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου και, όταν χτυπούσαν οι καμπάνες για την Ανάσταση, τις έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι των παιδιών λέγοντας:
«Ξύπνα, ήρθε η γριά η Λαμπρινή
Και σου έφερε την κουτσούνα από το φουγάρο.»
Κάθε παιδί τύλιγε την «κουτσούνα» του σε ένα μαντίλι και την έπαιρνε μαζί του στην εκκλησία, όπου πήγαινε για να κοινωνήσει. Όταν γύριζε στο σπίτι, την έκοβε και την έτρωγε. Σε μερικά μέρη ζυμώνουν για τα παιδιά «πουλάκια» και βάζουν στο ράμφος τους μια χρωματιστή κορδέλα. Τα πουλάκια θεωρούνται τα κατεξοχήν πλάσματα του Χριστού. Η συνήθεια να βάζουν στην κουλούρα κόκκινο αυγό κρατάει από τους Βυζαντινούς.
Το βάψιμο των αυγών γίνεται και αυτό τη Μεγάλη Πέμπτη. Κόκκινα αυγά βάφουν σ’ όλα τα σπίτια, εκτός από κείνα που πενθούν. Το αυγό είναι σύμβολο γονιμότητας. Το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών είναι από τα παλιότερα ελληνικά έθιμα και συμβολίζει την Ανάσταση του Χριστού.
Το πρώτο αυγό που θα βάψουν έχει, λένε, θαυμαστές ιδιότητες και το βάζουν στο εικονοστάσι του σπιτιού. Είναι το «αυγό της Παναγίας».
Με αυτό σταυρώνουν τα παιδιά όταν είναι άρρωστα. Τα κόκκινα αυγά μας θυμίζουν πόσο ήταν το απόθεμα καρτερίας του ελληνισμού, κατά τη μακρόχρονη διαδρομή πολλών αιώνων.
Η μυρωδιά από το ξύδι και το χρώμα ηταν υπεροχή. Σχεδόν μόνο Κόκκινα. Σπάνια άλλο χρώμα και αυτό αν υπήρχε δεν άρεσε. Θεωρούταν πολύ προχώ.
Μετά τα γυάλιζαν με λίγο λάδι για να γυαλίζουν και να φαίνονται ωραία και έβαζαν εμάς τα παιδάκια να κάλαμε τις Πασχαλινές χαλκομανίες που συνήθως δεν κολλούσαν με τίποτα. Μεγάλος μπελάς αλλά περνούσαμε όμορφα.
Η Μεγάλη τέταρτη ηταν η ημέρα του ευχέλαιου. Ωραία ημέρα. Ντυνόμαστε όλοι να πάμε να μας «λαδώσει παπάς. Εκεί βλέπαμε και τα «Αμόρε» μας και θαυμάζαμε ποσό όμορφα ηταν με τα καλά τους ρουχαλάκια.
Η Μεγάλη Πέμπτη και Μεγάλη Παρασκευή ηταν οι πιο κατανυκτικές ήμερες,
Πένθιμες. Σοβαρές. Όλος ο κόσμος πενθούσε για τα πάθη του Χριστούλη.
Οι Καμπάνες κτυπούσαν πένθιμα όλη την ημέρα.
Στο Επιτάφιο δύσκολο να μην είναι όλη η πόλη.. Συνήθως στα χωριά και στις γειτονίες γινόταν νωρίς το απόγευμα για να κατέβει ύστερα όλος ο πληθυσμός κάτω στην πλατεία για τα επιτάφια των μεγάλων εκκλησιών.
Το καλό ντύσιμο – που φάνταζε ως μια έξοδος από τη φτώχεια – θα αποτελέσει για όλη την πιτσιρικαρία ισχυρό σημείο αναφοράς και μαζί με τα βεγγαλικά που φώτιζαν τη νύχτα της Ανάστασης θα αποτελούν το σταθερό όνειρο κάθε μικρού παιδιού ότι θα έλθει και η δική του σειρά. Η φτώχεια με ένα τόσο δα μικρό υλικό αγαθό, με ένα πλαστικό παιχνίδι, με ένα απλό και μόνο δώρο ρηγματωνόταν και θρυμματιζόταν τόσο εύκολα από το παιδικό όνειρο.
Αρκούσαν μόνο κάποια άσπρα πάνινα παπούτσια, οι περίφημες ελβιέλες – που δεν τα πατούσαμε και εύκολα στο έδαφος για αρκετές ημέρες για να μη λερωθούν… -, για να θρέψουν ελπίδες και φαντασιώσεις και να κοιμάσαι ονειρευόμενος τα βράδια σαν πουλάκι.
Κατάνυξη.. Σεβασμός. Πολιτισμός. Ομορφιά.
Που και που ακουγόταν βαρελότα και «τράκες» Η Αστυνομία κυνηγούσε άσχημα.. Μπορούσε να σου πάρει ακόμα και το ψεύτικο πλαστικό μπιστολάκι αν σε έπιανε.
Η Ανάσταση ηταν τέλεια ημέρα. Για πολλούς λόγους..
Ήταν η ημέρα που άνοιγαν όλα τα αγαπημένα μαγαζιά. Τα ποδοσφαιράκια, τα μπιλιάρδα, τα καφενεία, τα ζαχαροπλαστεία τα σουβλάκια..
Επίσης ηταν η ημέρα που το βράδυ στην Ανάσταση θα δίναμε το «φιλί Της Αγάπης» ηταν ένα φιλί που το έδιναν οι αγαπημένοι μυστικά αμέσως μετά την Ανάσταση σαν ένδειξη ιερής και παντοτινής αγάπης.. Ωραίο νεανικό έθιμο.
Τα Αγόρια με σακάκι και γραβάτα τα περισσότερα και τα κορίτσια με όμορφα φορέματα.
Τα βαρελότα αν και απαγορευόταν δεν σταματούσαν ποτέ. Ανάσταση, Μεταμόρφωση, Ταξιάρχης καιγόταν.
Υπήρχαν οι λεγόμενες «σωλήνες¨ που παραγέμιζαν ένα σωλήνα με μπαρούτι και όταν αυτό έσκαγε ακουγόταν ένας υποχθόνιος βαρύς κρότος που σου έκοβε την ανάσα..
Την ανάσα σου έκοβε και η μυρωδιά από το μπαρούτι που ηταν μετά από λίγο στην ατμόσφαιρα..
Πόλεμος αληθινός..
Μετά την Ανάσταση συνήθως ο κόσμος εξαφανιζόταν. Όχι γιατί δεν ήθελε να μείνει στην εκκλησία η για να πάνε στα σκυλάδικα και στα μπαράκια όπως γίνεται σήμερα αλλά γιατί ήθελαν να πάνε σπίτι να φάνε ξελιγωμένοι από την πεινά μιας εβδομάδας και βάλε νηστείας.
Περίμενε η μαγειρίτσα. Τα κουλουράκια και μερικά μπριζολάκια βραστά.. Το Αρνιά στην σούβλα ηταν την επόμενη.
Σε ένα κλίμα ολιγάρκειας και εγκράτειας οφειλόμενο περισσότερο στη φτώχεια και λιγότερο στο αξιακό φορτίο της εποχής η νηστεία ήταν φυσικό επακόλουθο και απόλυτα δεδομένη, νηστεία πραγματική χωρίς τις τόσες και τόσες σημερινές επινοήσεις του καταναλωτισμού και της βουλιμίας, και έκανες υπομονή προσμένοντας τη βραδιά της Ανάστασης για να φας τα πασχαλινά κουλούρια, τα τυροπιτάκια με το δυόσμο τους να ευωδιάζει και τα κόκκινα αυγά, όλα αυτά που ήταν φυλαγμένα στις τσέπες και τα χαϊδεύαμε κάθε τόσο με τα δάχτυλα μέχρι να έλθει η ώρα τους να πάνε αμάσητα κάτω, έξω από την εκκλησία σε κάποια απόμερη γωνιά – γιατί ντρεπόμαστε να τρώμε
μπροστά σε κόσμο – μόλις θα ακουγόταν το «Χριστός Ανέστη». Και το τέλος της νηστείας εκείνων των στιγμών θα το συνοδέψει η φωτεινότητα των βεγγαλικών και των κεριών, φωτεινότητα μοναδική για τις εποχές της λάμπας του πετρελαίου, της ασετυλίνης και του λυχναριού.
Και έτσι η «Ανάσταση» θα μείνει φωτεινή, ολοφώτεινη θύμηση – αποκτώντας και μια μεταφορική έννοια φωτεινότητας στην παιδική φαντασία – κάτι που δεν θα μπορούμε πλέον να γευθούμε σήμερα. Και επιχειρούμε να κλέψουμε μέσα από τις θύμησές μας εικόνες και θραύσματα εικόνων εκείνων των καιρών, για να δροσίσουμε κατ’ λίγο την ξηρασία της ψυχής, που την προκάλεσε τόσο προκλητικά η μακρά περίοδος της καταναλωτικής ιδεολογίας και του τεχνολογικού ευδαιμονισμού.
Την επόμενη ξυπνούσαμε πρωί. Πηγαίναμε στο χωρίο η έξω στην γειτονία και σκάβαμε ένα λύκο στο μέγεθος του αρνιού. Ρίχναμε ξερά χόρτα και τα κάρβουνα και όταν ηταν έτοιμα βάζαμε το αρνί. Όλοι Γύριζαν.. ΟΛΟΙ..
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα μηχανάκια να γυρνούν και έτσι καθόσουν με ένα καπέλο και γύριζες και ψηνόσουν μαζί με το αρνί…
Αυτός που γυρνούσε είχε και την τύχη όταν δεν κοιτούσαν οι άλλοι να ξεκλέψει καμία πέτσα.. Το πιο ωραίο από όλα…
Κάλο Πάσχα.. Καλοι μου φίλοι.
Οι ήμερες αυτές είναι αγίες.. κατανυκτικές. Απόλυτα θρησκευτικές. Μακάρι να μπορούσαμε να κρατήσουμε λίγο έστω από αυτόν τον σεβασμό των παλιών εκείνων ημερών.
Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από το Παιδείας Εγκώμιων «Πασχαλινές θύμησες» του Νίκου Τσούλια.
Υλικό από την συλλογή του Μάρκου Βουτσίνου
και από προσωπική συλλογή.


Το Πάσχα και ειδικά η Μεγάλη Εβδομάδα συνδέονται με τη νηστεία.
Ωστόσο, η νηστεία του Πάσχα ξεκινάει για πολλούς αρκετά νωρίτερα από την Μεγάλη Εβδομάδα. Τι περιέχει, όμως, η νηστεία του Πάσχα; Τι επιτρέπεται να τρώμε κατά τη νηστεία του Πάσχα;

Την μακαρονάδα αυτή την δοκίμασα πριν από πολλά χρόνια, βασισμένη σε μια συνταγή γνωστού δημοσιογράφου - εκδότη, που μπορεί -κακώς κατ' εμέ- να προωθούσε ένα life style βασισμένο στο ...απόλυτο τίποτα, όμως από την άλλη, φήμες έλεγαν ότι μαγειρεύει εκπληκτικά.

Από τότε λοιπόν, και με μικρές παραλλαγές, η συνταγή αυτή με σπαγγέτι ή πέννες (όπου η θεική σάλτσα μπαίνει μέσα στις τρυπούλες του ζυμαρικού..), έχει γίνει από τις αγαπημενες μου, ειδικά την περίοδο της σαρακοστής. Γεύση υπέροχη που αφήνει ένα άρωμα ξεχωριστό στον ουρανίσκο.

Δοκιμάστε την και θα με θυμηθείτε...

Υλικά
• 500 γρ. σπαγγέτι
• ½ φλιτζ. έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
• 5 σκελίδες σκόρδο ψιλοκομένο
• 3 ώριμες ντομάτες τριμμένες στον τρίφτη
• 1 κουταλιά πελτέ ντομάτας
• Λίγη ζάχαρη
• Κανέλα
• Γαρίφαλο
• Μοσχοκάρυδο

Οδηγίες

  • Σοτάρουμε σε βαθύ τηγάνι (εγώ το κάνω στο γουωκ) με λίγο από το λάδι , το σκόρδο μέχρι να μαλακώσει.
  •  Προσθέτουμε τις ντομάτες, τον πελτέ, τη ζάχαρη και μόλις η σάλτσα μας πάρει βράσει, χαμηλώνουμε τη φωτιά κι αφήνουμε να δέσει.
  •  Ρίχνουμε τα μπαχαρικά λίγο πριν το τέλος του βρασμού.
  •  Στο μεταξύ βράζουμε τα ζυμαρικά αλ ντέντε σε άφθονο αλατισμένο νερό και  τα σουρώνουμε .
  •  Οπως είναι, τα ρίχνουμε στο σκεύος με την σάλτσα και ανακατεύουμε απαλά. 
  • Αφήνουμε να σταθούν σκεπασμένα για λίγα λεπτά και σερβίρουμε σε μεγάλη πιατέλα.
  • Τους ταιριάζει πολύ το φρεσκοτριμμένο πιπέρι και ο μαϊντανός.


Ελιάνα με 💓


foto: web



 

Μεγάλη Δευτέρα – Μια αρχή κάθαρσης και αλήθειας 🌷

Η Μεγάλη Δευτέρα δεν είναι απλώς η αρχή της Μεγάλης Εβδομάδας.
Είναι μια σιωπηλή πρόσκληση…
να σταθούμε για λίγο απέναντι στον εαυτό μας.

Να κοιτάξουμε μέσα μας, χωρίς φόβο, χωρίς δικαιολογίες.

Η μορφή του Ιωσήφ του Παγκάλου, που τιμάται επίσης αυτή την ημέρα, αλλά πάνω απ' όλα η αρχή της αγωνίας του Ιησού,
μας θυμίζει τη δύναμη της υπομονής, της πίστης και της καθαρότητας της ψυχής.
Μας θυμίζει όλους τους ανθρώπους που αδικήθηκαν, προδόθηκαν, αλλά ποτέ δεν έχασαν το Φως τους. 

Και μαζί,  η παραβολή της άκαρπης συκιάς.
Μια εικόνα που ίσως μας αγγίζει βαθύτερα απ’ όσο νομίζουμε…

Γιατί μας καλεί να αναρωτηθούμε:
Ζούμε ουσιαστικά;
Δίνουμε καρπούς;
Ή απλώς υπάρχουμε μέσα στην καθημερινότητα;

Στα υπέροχα 50 plus , αυτές οι σκέψεις γίνονται πιο έντονες… πιο αληθινές.
Δεν μας αρκεί πια το “φαίνεσθαι”.
Αναζητούμε το “είναι”.

Η Μεγάλη Δευτέρα είναι μια ευκαιρία.
Όχι για ενοχή… αλλά για επίγνωση.
Όχι για αυστηρότητα… αλλά για επιστροφή.

Να αφήσουμε πίσω ό,τι μας βαραίνει.
Να φροντίσουμε τη γη της ψυχής μας…
ώστε να ανθίσει ξανά.

Γιατί ποτέ δεν είναι αργά
να ζήσουμε με περισσότερη αλήθεια, περισσότερη αγάπη, περισσότερη παρουσία.

🌷 Ας είναι αυτή η μέρα μια ήσυχη αρχή.
Μια αρχή εσωτερικής κάθαρσης…
και ουσιαστικής επιστροφής σε εμάς.

Ελιάνα, με 💗 


On Pinterest!

On Instagram!